7.12.20

Σε γνωρίζω απ’ την κουκούλα...


Γιάννης Μπασκάκης, Δημήτρης Ψαρράς

Προτάσεις άρσης της ασυλίας βουλευτών φτάνουν συχνά στη Βουλή και σύμφωνα με τον Κανονισμό του σώματος αναλαμβάνει σε πρώτο στάδιο να τις αξιολογήσει η αρμόδια Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας. Αλλά αυτό που συνέβη την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου δεν έχει προηγούμενο.

Η Επιτροπή κλήθηκε να εξετάσει την αίτηση άρσης ασυλίας της βουλεύτριας του ΜέΡΑ 25 Αγγελικής Αδαμοπούλου, έπειτα από... μήνυση που κατέθεσε η «Ενωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας Κεντρικής Μακεδονίας» με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Αυτή η Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση Αστυνομικών έκρινε ότι κάποια φράση από αγόρευση της κυρίας Αδαμοπούλου είναι συκοφαντική συλλήβδην για τους αστυνομικούς και κατέθεσε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση.

Το ζήτημα δεν είναι βέβαια το τι κάνει ένα οποιοδήποτε σωματείο, αλλά το τι κάνει η Βουλή. Το σκανδαλώδες στην περίπτωση αυτή ήταν ότι οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. στην Επιτροπή παρέπεμψαν την υπόθεση στην Ολομέλεια, κρίνοντας ότι πρέπει να γίνει δεκτή η άρση της ασυλίας. Μάταια ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Τζανακόπουλος και ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ Γιάννης Γκιόκας επισήμαιναν ότι είναι πρωτοφανές να οδηγείται στη δικαιοσύνη κάποιο μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας με αφορμή τις πολιτικές απόψεις που εξέφρασε από το βήμα της Βουλής, μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνεί με αυτές κάποιο σωματείο.

Το Σύνταγμα είναι απολύτως σαφές σ’ αυτό το σημείο. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 61 ξεκαθαρίζει ότι «βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων». Στην προκειμένη περίπτωση, κατά παράβαση του Συντάγματος, επιδιώκεται να «καταδιωχτεί» η γνώμη μιας βουλεύτριας που διατυπώθηκε σαφώς «κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων».

Τελικά υπέρ της άρσης της ασυλίας τάχθηκε το σύνολο των βουλευτών της Ν.Δ. (Χ. Αθανασίου, Μ. Χαρακόπουλος, Σ. Κελέτσης, Ι. Μπούγας, Α. Πλεύρης, Β.–Ν. Υψηλάντης) και ο βουλευτής της Ελληνικής Λύσης Α. Αβδελάς.




Εναντίον της άρσης τάχθηκαν ο Δ. Τζανακόπουλος από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Ι. Γκιόκας από το ΚΚΕ και η Φ. Μπακαδήμα από τη ΜέΡΑ25. Ο Β. Κεγκέρογλου του ΚΙΝ.ΑΛΛ. δήλωσε ότι θα τοποθετηθεί στην Ολομέλεια. Αλλά για ποιο λόγο προχωρά η Ν.Δ. σ’ αυτή την πρωτοφανή κίνηση;

Αγορεύοντας στις 1.7.2020, κατά τη συζήτηση για το νομοσχέδιο του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σχετικά με τις διαδηλώσεις, η Αγγελική Αδαμοπούλου είχε πει μεταξύ άλλων: «Είναι γνωστοί αυτοί οι μπαχαλάκηδες. Είναι γνωστοί και στην Ελληνική Αστυνομία. Συχνά είναι τα ίδια τα αστυνομικά όργανα, τα οποία ως κουκουλοφόροι θα ρίξουν μια μολότοφ για να διαλύσουν τη διαδήλωση.Πραγματικά, ρητορικό το ερώτημα: γιατί δεν εξαρθρώνονται, γιατί δεν προβαίνετε σε πολύ πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να τους εντοπίσετε; Διότι πολύ απλά τους εργαλειοποιείτε. Είναι μία εργαλειοποίηση για να διαλύονται οι διαδηλώσεις και για να φιμώνονται οι φωνές διαμαρτυρίας».

Στην επόμενη συνεδρίαση η αγορήτρια του ΜέΡΑ 25 είχε προσθέσει: «Σας βολεύει η ύπαρξη αυτού του παρακράτους. Θέλετε να καταπνίξετε κάθε φωνή διαμαρτυρίας».




Ασφαλώς δεν είναι πρώτη φορά που διατυπώνονται στην ελληνική Βουλή παρόμοιοι προβληματισμοί. Πρώτη φορά είναι που επιδιώκεται η ποινικοποίησή τους. Μάλιστα δεν έχουν συμπληρωθεί δυο μήνες από τη δημόσια έκφραση αντίστοιχων πολιτικών τοποθετήσεων για τον τρόπο που διαλύθηκε βίαια, στις 7 Οκτωβρίου, η συγκέντρωση χιλιάδων πολιτών έξω από το Εφετείο της Αθήνας.

Επισημάνθηκε τότε ότι «εργαλειοποιήθηκε» ακριβώς από την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη η ρίψη κάποιου αντικειμένου ή κάποιας πλαστικής φιάλης με νερό, για να δικαιολογηθεί η βάρβαρη διάλυση της ειρηνικής συγκέντρωσης.

Οι κουκουλοφόροι στη Βουλή

Η τοποθέτηση της κ. Αδαμοπούλου επανέφερε στη συζήτηση ένα ζήτημα που απασχολεί εδώ και πολλές δεκαετίες τη Βουλή, χωρίς μέχρι σήμερα κανείς να διανοηθεί να ασκήσει δίωξη στους δεκάδες βουλευτές ή και αρχηγούς κομμάτων που αναφέρονται κατά καιρούς σ’ αυτό. Αναφερόμαστε φυσικά στο ζήτημα των σχέσεων της ΕΛ.ΑΣ. με κάποιους κουκουλοφόρους.

Εντελώς ενδεικτικά θα αναφέρουμε ομιλία του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ως στελέχους ακόμα του ΠΑΣΟΚ, στις 20.12.2006, στην οποία καταφέρεται εναντίον της Ν.Δ. επειδή η τότε κυβέρνηση Καραμανλή συνέδεε τους κουκουλοφόρους με το ΠΑΣΟΚ: «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ακούγοντας τον υπουργό Δημόσιας Τάξης να αναζητά τους “κουκουλοφόρους” μέσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα, μου ήρθε στη μνήμη μια παρόμοια υπόθεση από τα παλιά. Οπως ο κ. Πολύδωρας τώρα, έτσι πολλοί από τη Ν.Δ. πριν πολλά χρόνια αναζητούσαν τη “17 Νοέμβρη" μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Και κανείς δεν ζήτησε συγνώμη τέσσερα χρόνια τώρα μετά την εξάρθρωση της οργάνωσης αυτής».

Λίγους μήνες αργότερα ήταν η σειρά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ Μιλτιάδη Παπαϊωάννου να απευθύνει ανάλογη κατηγορία στην κυβέρνηση της Δεξιάς: «Οι κουκουλοφόροι δρουν είτε με παραλείψεις είτε με την ανοχή του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, για να μην πω πολλές φορές ενδεχομένως και με τη συμμετοχή» (6.3.2007).

Στην ίδια συνεδρίαση, ο κ. Χρυσοχοΐδης είχε συνταχθεί με τη θέση της κ.Αδαμοπούλου ότι η Δεξιά εργαλειοποιεί την παρουσία των κουκουλοφόρων: «Είναι καταπληκτικό, αλλά χαίρεστε, πολώνετε την κατάσταση, δημιουργείτε συνεχώς εντάσεις για να μην ανοίξουν τα πανεπιστήμια, πότε με τους κουκουλοφόρους, πότε με το άσυλο».

Τρεις μέρες αργότερα, ο κ. Χρυσοχοΐδης ξιφουλκούσε ενάντια στην αστυνομική βία, κατά τρόπο που ταιριάζει απολύτως με όσα του καταλογίζονται σήμερα από την αντιπολίτευση: «Δυστυχώς, η παρούσα κυβέρνηση δεν μπορεί να υπηρετήσει ούτε τα θέματα ασφάλειας και τάξης με αποτέλεσμα να ανθεί η βία η αστυνομική και όχι μόνο, και να έχουμε φαινόμενα τα οποία θυμίζουν πολλές φορές άλλες εποχές. [...] Τελευταία, όλο και περισσότερο ορισμένοι ζητούν βία, αστυνομική βία. Ομως η αστυνομική βία και η βία γενικότερα δεν έλυσε ποτέ τα κοινωνικά προβλήματα» (9.3.2007).

Στον κ. Χρυσοχοΐδη είχε τότε απαντήσει ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν.Δ. ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Τασούλας: «Είμαι πολιτικά αναγκασμένος να σταθώ στην απαράδεκτη, κατά τη γνώμη μου, επίθεση, η οποία έγινε κατά της Αστυνομίας και κατά του υπουργού Δημοσίας Τάξεως. [...] Το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιζε προβλήματα και με κουκουλοφόρους και με διαδηλώσεις και με καταστροφές, αλλά δεν είχε τολμήσει ποτέ να ξεκινήσει μια εκστρατεία ηθικής απομονώσεως αυτών των αναρχικών στοιχείων».

Και τι βρήκε να αντιτείνει ο κ. Χρυσοχοΐδης; Και πάλι αυτά ακριβώς που ακούει σήμερα από την αντιπολίτευση: «Ο κ. Τασούλας επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση εκεί που θεωρεί ότι είναι το προνομιακό πεδίο, η δημόσια τάξη και η ασφάλεια. Κουκουλοφόροι υπήρχαν πάντα κατά τη διαδρομή των τελευταίων τουλάχιστον τριάντα-σαράντα χρόνων. Και το γιατί κάποιος γίνεται κουκουλοφόρος είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν θα αναπτύξουμε εδώ. […] Εχει συλληφθεί κανείς; Ούτε χθες συνελήφθη πάλι. Φοιτητές διαδηλωτές συνελήφθησαν».

Οι θεσμικές κουκούλες της ΕΛΑΣ

Αυτή η πανθομολογούμενη αδυναμία της ΕΛ.ΑΣ. απέναντι στους κουκουλοφόρους δεν είναι καθόλου δείγμα πολιτικής ατολμίας των αρμόδιων υπουργών, όπως θα ήθελε η τρέχουσα ακροδεξιά ρητορική. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο, εφόσον ισχύει απολύτως η διαπίστωση της Αγγ. Αδαμοπούλου για την υπόγεια σχέση κάποιων κουκουλοφόρων με τις ειδικές δυνάμεις της ΕΛ.ΑΣ.

Εχουν συμπληρωθεί τέσσερις δεκαετίες από τότε που ιδρύθηκε το πρώτο ειδικό αστυνομικό σώμα -Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (ΕΚΑΜ)– υποτίθεται για την αντιμετώπιση των πιο βίαιων και επικίνδυνων (λ.χ. τρομοκρατικών) παράνομων ενεργειών.

Μια από τις βασικές καινοτομίες που συνόδευσαν την οργάνωση των ειδικών αυτών μονάδων και ακολουθούνται πιστά μέχρι σήμερα είναι η κάλυψη του προσώπου των αστυνομικών, συνήθως με τη χρήση «μπαλακλάβας», μιας κουκούλας δηλαδή που καλύπτει όλο το κεφάλι και αφήνει ελεύθερα μόνο τα μάτια. Οταν καταγράφηκε για πρώτη φορά η βίαιη δράση ομάδας κουκουλοφόρων αστυνομικών από ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, υπήρξαν έντονες συζητήσεις στη Βουλή. Στόχος των κουκουλοφόρων της ΕΚΑΜ δεν ήταν κάποια τρομοκρατική οργάνωση, αλλά οι καταυλισμοί των Ρομά στα Μέγαρα (28.1.1992) και στον Ασπρόπυργο (20.2.1996). Οι περισσότερες αντιδράσεις εντοπίζονταν στο επιχείρημα ότι θα έπρεπε την επιχείρηση αυτή να είχαν αναλάβει απλοί αστυνομικοί.

Ενδιαφέρον έχει το σχόλιο που μας είχε κάνει τότε ο Ανδρέας Λοβέρδος για την επέμβαση της ΕΚΑΜ: «Τα καλυμμένα πρόσωπα και η απουσία των διακριτικών δεν αφαιρούν μόνο από τους πολίτες το δικαίωμα άμυνας και ελέγχου των αυθαιρετούντων οργάνων, αλλά και υπηρεσιακά δεν μπορούν να αποδοθούν ευθύνες, όπως προβλέπεται από τον νόμο. Κάτω από έκρυθμες περιστάσεις, χάνεται κάθε περιθώριο άμυνας, κοινωνικής και ατομικής. Μπαίνουν σπίτι σου, σε δέρνουν, σου παίρνουν πράγματα και συ δεν ξέρεις για ποιους πρόκειται».

Το συμπέρασμα του κ. Λοβέρδου, ο οποίος μιλούσε τότε ακόμα ως συνταγματολόγος, ήταν ότι «η αλυσίδα των ευθυνών που δημιουργεί ένα τέτοιο περιστατικό, και κυρίως οι πολιτικές ευθύνες που αποκρυσταλλώνονται, είναι η κοινωνική άμυνα, η δική μας άμυνα απέναντι στον κίνδυνο μετατροπής των σωμάτων ασφαλείας σε κοινούς κουκουλοφόρους» (Ιός, «Οι μαύρες κουκούλες της εξουσίας», «Ελευθεροτυπία» 17.3.1996).

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η χρήση της κουκούλας έχει γενικευτεί στην ΕΛ.ΑΣ. και έχει υποκαταστήσει την παλιά μέθοδο απόκρυψης των διακριτικών στις στολές των αστυνομικών. Μέχρι την ενοποίηση Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων το 1984, οι άνδρες των δυο σωμάτων έφεραν στις επωμίδες τους ραμμένο ευδιάκριτο σήμα με ένα γράμμα και δυο αριθμούς. Στις «ειδικές επιχειρήσεις», βέβαια, φρόντιζαν αστυνομικοί και χωροφύλακες να σκεπάζουν το σήμα.

Η στολή της ενιαίας ΕΛ.ΑΣ. που επιμελήθηκε ο σχεδιαστής μόδας Γιάννης Τσεκλένης το 1984 πρόβλεπε μόνιμα σαφή διακριτικά στο στήθος των αστυφυλάκων. Μόνο που πολύ γρήγορα το σήμα αυτό αντικαταστάθηκε με μια μικροσκοπική πλακέτα στον ώμο των οργάνων, έως ότου, τον Σεπτέμβριο του 1992, η κυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη αποφάσισε να μη φέρουν διακριτικά οι επιτιθέμενες ομάδες των ΜΑΤ, ώστε –όπως δήλωνε ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Θ. Αναγνωστόπουλος- «να μην αποδυναμώνεται η αυτοπεποίθησή τους στη δουλειά που πρέπει να κάνουν».

Με τις σύγχρονες μεθόδους καταγραφής των προσώπων (λ.χ. οι κάμερες στα κινητά τηλέφωνα) ούτε αυτή η απόκρυψη εξασφάλιζε την ανωνυμία του αστυνομικού οργάνου και έτσι επικράτησε η θεσμική κουκουλοφορία των ειδικών δυνάμεων.

Οι κουκουλοφόροι του βαθέος κράτους




Η χρήση της κουκούλας από αστυνομικά όργανα δεν περιορίζεται όμως σε όσα προβλέπει η σύγχρονη στολή των ειδικών δυνάμεων. Ισως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση άσκησης ακραίας αστυνομικής βίας από κουκουλοφόρους αστυνομικούς εναντίον ενός μεμονωμένου –και φυσικά εξουδετερωμένου- ατόμου τα τελευταία χρόνια ήταν η περίπτωση του τραυματισμού του Κύπριου φοιτητή στη Θεσσαλονίκη στις 17.11.2006, τον οποίο επιχείρησαν οι αρχές να αποδώσουν σε ατύχημα, ότι δηλαδή το θύμα σκόνταψε σε μια ζαρντινιέρα.

Αντιγράφουμε από την αναφορά οκτώ καθηγητών του ΑΠΘ που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες: «Γίναμε μάρτυρες άγριου ξυλοδαρμού ενός νεαρού. Ο νεαρός αιμόφυρτος και με χειροπέδες, κακοποιούνταν βάναυσα από άτομα με πολιτικά ρούχα και μάσκες στο πρόσωπο, οι οποίοι μας δήλωσαν ότι ήταν αστυνομικοί. Ο άγριος ξυλοδαρμός συνέβη παρουσία ένστολων αστυνομικών και ενός τουλάχιστον αξιωματικού τους.

Δηλώσαμε στους αστυνομικούς τις ιδιότητές μας και διαμαρτυρηθήκαμε για το δημόσιο βασανισμό ενός κρατουμένου [...] Οι μασκοφόροι δράστες απάντησαν στη διαμαρτυρία μας με προπηλακισμούς, χυδαίο υβρεολόγιο και απειλητικό τρόπο. [...] Ολοι οι παρευρισκόμενοι ένστολοι αστυνομικοί και οι αξιωματικοί αρνήθηκαν να μας ανακοινώσουν το όνομά τους και δεν έφεραν κανένα στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να διαπιστωθεί η ταυτότητά τους. Στη συνέχεια οι μασκοφόροι επιβίβασαν τον τραυματία σε αυτοκίνητο και απομακρύνθηκαν από το χώρο του επεισοδίου».

Τη μεταμφίεση των αστυνομικών είχε περιγράψει ο αρχιφύλακας Α.Α. στο απολογητικό του υπόμνημα (16.2.2007), όπου παραδέχεται ότι «φορούσαμε πολιτική περιβολή και ήμασταν ενδεδυμένοι με τέτοιον τρόπο, ώστε να προσομοιάζουμε κατά το δυνατόν με αυτούς που θα διατασσόμασταν να συλλάβουμε και βεβαίως να μην τραβάμε την προσοχή». Και παρακάτω: «μας είχε απαγορευθεί ρητά να φέρουμε μαζί μας οτιδήποτε θα μπορούσε να αποδείξει με έμμεσο τρόπο την ιδιότητά μας ως αστυνομικών, ούτως ώστε να μπορούμε πιο εύκολα να συμμειγνυόμαστε με τις διάφορες ομάδες των ταραξιών».

Υπάρχουν φυσικά πολλά παρόμοια περιστατικά με δράστες εντεταλμένα αστυνομικά όργανα. Ομως αξίζει να αναφερθεί και η χρήση της κουκούλας από εκείνους που θεωρούν ότι παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη δράση των ακροδεξιών Ταγμάτων Εφόδου. Ηδη τον Μάιο του 1996 στον Αγιο Στέφανο Αυλιωτών της Κέρκυρας, πάνοπλοι κουκουλοφόροι με αυτόματα όπλα, περίστροφα και καραμπίνες επιτέθηκαν σε Αλβανούς μετανάστες, τους ξυλοφόρτωσαν και τους υπέβαλαν στο μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης.




Τη δράση αυτή περιέγραφε στην εφημερίδα της Χρυσής Αυγής ο τότε υπαρχηγός της ναζιστικής οργάνωσης Ι. Γιαννόπουλος με ένα δήθεν φανταστικό σενάριο: «Ο επικεφαλής των κουκουλοφόρων, κρατών ρόπαλον του αμερικανικού παιγνίου μπέιζ μπολ, πλησίασε την σειράν των Αλβανών υπανθρώπων που εκρατούντο από τους υπολοίπους κουκουλοφόρους. Χωρίς λέξιν ή ύβριν ή επιφώνημα ανεβοκατέβασε το ρόπαλον τέσσαρας φοράς εις έκαστον των παρανόμων και τους αφήκε με σπασμένους τους αγκώνας των χειρών και τα γόνατα των ποδών. […] Την ίδια νύκτα, επιτροπές κουκουλοφόρων πολιτοφυλάκων έκαμναν συλλήψεις καθ’ όλον το λεκανοπέδιον της Αττικής, συλλαμβάνοντες λαθρομετανάστες, μέλη της Αλβανικής, Τουρκικής, Νιγηριανής και όλων των χωρών του ΟΗΕ Μαφίας, ακόμη και Ελλήνων συνεργατών τους» (10.1.1997).

Η προτροπή δεν έμεινε χωρίς ανταπόκριση. Σε μια από τις λίγες επιθέσεις ακροδεξιών που έγιναν γνωστές, μάθαμε ότι στις 23.11.2009 το βράδυ, 40 κουκουλοφόροι επέδραμαν με σιδερολοστούς, μολότοφ και μαχαίρια εναντίον καταστημάτων Αράβων στον Ν. Κόσμο.

Κουκουλοφόροι ήταν βέβαια και οι παρακρατικοί της ακροδεξιάς οργάνωσης ΜΑΒΗ («Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου») που πραγματοποίησε επιδρομή σε αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων τον Απρίλιο του 1994, σκότωσε εν ψυχρώ έναν στρατιώτη κι έναν αξιωματικό, τραυμάτισε βαριά τρεις άλλους και έκλεψε δεκαπέντε όπλα.

Ακόμα και η ειδεχθέστερη περίπτωση βίας κουκουλοφόρων έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Μετά τις συλλήψεις ηγετικών στελεχών της Χρυσής Αυγής αποκαλύφθηκε μεταξύ άλλων και η ομαδική μεταμφίεσή τους με στολές της Κου Κλουξ Κλαν. Ο Παναγιώταρος έσπευσε να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι ντύνονταν μ’ αυτές τις στολές τις Απόκριες, «όπως άλλοι ντύνονται με στολή Κολομπίνας». Γεγονός είναι πάντως ότι λίγους μήνες νωρίτερα, η επίσημη ΚΚΚ των ΗΠΑ είχε εκφράσει την ευαρέσκειά της για τη –ρατσιστική- δράση των Ελλήνων ναζιστών.

Η καμπή του 2011

Η χρήση κουκουλοφόρων από την ΕΛ.ΑΣ. τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής αντιπαράθεσης κατά την περίοδο των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων του 2011. Αυτά όλα που η Ν.Δ. κάνει ότι τα άκουσε για πρώτη φορά από την κ. Αδαμοπούλου είχαν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου (ενδεικτικά 29-30.6.2011). Ο Δ. Παπαδημούλης του ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για «αμόκ βίας που έχει στόχο τους χιλιάδες ειρηνικούς διαδηλωτές και στο οποίο συμπράττουν δυνάμεις αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας και κουκουλοφόροι». Και μετά την αντίδραση υπουργών επανήλθε: «σ’ αυτό το αμόκ της βίας και των χημικών συμπράττουν δυνάμεις αστυνομικής αυθαιρεσίας και οι κουκουλοφόροι, είτε είναι βαλτοί είτε όχι».

Ο Θ. Παφίλης του ΚΚΕ συνέδεσε τους κουκουλοφόρους με τη δράση των διωκτικών αρχών και μίλησε για «υπόκοσμο, διάφορες περίεργες οργανώσεις και διασυνδέσεις». Και ο Ν. Καραθανασόπουλος του ΚΚΕ πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση «έστησε προβοκάτσιες» και ότι «αστυνομία και κουκουλοφόροι εξυπηρετούν τον ίδιο ενιαίο στόχο».

Ο Π. Λαφαζάνης που ήταν τότε στον ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε τη «συνέργεια των ΜΑΤ με τους παρακρατικούς κουκουλοφόρους» και υπέδειξε το βίντεο που προβλήθηκε σε τηλεοπτικούς σταθμούς, όπου οι δυνάμεις των ΜΑΤ εμφανίζονται να συντονίζονται με τους κουκουλοφόρους και να τους προσφέρουν οδό διαφυγής μέσα στη Βουλή. Για «παρακράτος» κουκουλοφόρων μίλησε ακόμα και ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος τότε ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στην ίδια συνεδρίαση διαβάστηκε και η δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μίλησε για «σατανικό σχέδιο της κυβέρνησης με τους κουκουλοφόρους του Παπουτσή που δεν δίστασε δύο φορές να κάψει την Αθήνα». Ο κ. Παπουτσής όχι μόνο δεν εισηγήθηκε την άρση της ασυλίας όσων τον επέκριναν, αλλά συνομολόγησε ότι το επίμαχο βίντεο δημιούργησε και σ’ αυτόν «προσωπικά πάρα πολλά ερωτηματικά»...

Στην ομιλία της η Αλέκα Παπαρήγα, γεν. γραμμ. τότε ακόμα της Κ.Ε. του ΚΚΕ, είπε ότι «επισκεφτήκαμε τον κ. Χρυσοχοΐδη και ξέραμε ότι υπήρχε συγκεκριμένος πολιτικός χώρος –και επίσημος και εξωθεσμικός- ο οποίος ήθελε να βάλει ανθρώπους μέσα στη συγκέντρωση με σκοπό να πετάξουν μία μολότοφ και να κάνουν επεισόδια».

Οχι μόνο δεν ζήτησε τη δίωξή της κανένα σωματείο αστυνομικών, αλλά μετά τη νέα έκρηξη βίας στη συγκέντρωση της 20.10.2011, το ΚΚΕ μίλησε πάλι για σχέση αστυνομίας-κουκουλοφόρων και η κ. Παπαρήγα κατέθεσε στον αρμόδιο εισαγγελέα που είχε αναλάβει να διερευνήσει το σκοτεινό αυτό ζήτημα. «Κατά την πολιτική εκτίμηση της γεν. γραμμ. του ΚΚΕ, υπάρχει “σχέση και διαπλοκή επίσημων κέντρων και επιτελείων με ομάδες προβοκατόρων, μέλη συνδέσμων φιλάθλων κ.ά. που, ανάλογα με τη χρονική στιγμή, φέρουν και την αντίστοιχη περιβολή (π.χ. κουκουλοφόροι)» («Καθημερινή», 26.10.2011).

Μιλώντας στο δελτίο ειδήσεων του Mega η κυρία Παπαρήγα ήταν σαφέστερη: «Χθες βράδυ στις 2 έξω από τη ΓΑΔΑ υπήρχε ομάδα αστυνομικών και κουκουλοφόροι· τώρα, θα μου πείτε, είναι κουκουλοφόροι που είναι σε σύνδεση με την αστυνομία ή είναι αστυνομικοί που ντύθηκαν κουκουλοφόροι και οι οποίοι πανηγύριζαν και έλεγαν τους φάγαμε. Την ίδια μέρα στη Σανταρόζα, υπήρχε ομάδα αστυνομικών που έβγαλε τα ρούχα της και έβαλε κουκουλοφόρων («Ελευθεροτυπία», 21.10.2011).

Πού ήταν τότε οι βουλευτές της Ν.Δ. και τα αστυνομικά σωματεία που στοχοποίησαν τώρα τη βουλεύτρια του ΜέΡΑ25;...

efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: