21.9.20

Εξοπλιστικές ανισορροπίες...


Για κάποιον περίεργο λόγο, ενώ για οποιοδήποτε έξοδο κάνει το κράτος γίνεται συζήτηση και επερωτάται η νομιμότητα, η σκοπιμότητα, η χρησιμότητα και το ύψος της, όταν πρόκειται για αγορές όπλων, οι οποίες μάλιστα είναι κατά κανόνα πολλαπλάσιες όλων των... άλλων επιμέρους κρατικών δαπανών, τότε στην κυριολεξία αγοράζουμε αδιαμαρτύρητα «γουρούνι στο σακί». 

Συνήθως, βέβαια, το έδαφος έχει προλειανθεί μέσα από κάποια κρίση με την Τουρκία, όπως μετά τα Ίμια το 1996, όταν πυροδοτήθηκε μια εξοπλιστική κούρσα ύψους 17 δισ., ή τώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξήγγειλε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα κόστους 10 δισ.

Βιομηχανικό και τεχνολογικό χάσμα

Μέχρι πρότινος, στην ανάλυση όσων αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τους υπερεξοπλισμούς, κυρίαρχη θέση κατείχε η άποψη ότι η Ελλάδα και η Τουρκία «κουρδίζονται» από τρίτους παράγοντες, συνήθως τις ΗΠΑ, ώστε να επωφελούνται οι πολεμικές τους βιομηχανίες πουλώντας πανάκριβα οπλικά συστήματα στις δύο χώρες. 

Η άποψη αυτή έχει βάση με την έννοια ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία αγοράζουν όπλα από τις ίδιες χώρες, π.χ. αεροσκάφη F16 από τις ΗΠΑ, άρματα Λέοπαρντ, φρεγάτες ΜΕΚΟ και υποβρύχια Τ209 και Τ214 από τη Γερμανία. Όμως, την τελευταία δεκαετία, θύμα αυτού του ανωφερούς σπιράλ εξοπλισμών είναι περισσότερο η Ελλάδα και πολύ λιγότερο η Τουρκία.

Υπάρχουν δύο λόγοι. Αφενός η Τουρκία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, έχει μονίμως ανοιχτά πολεμικά μέτωπα, οπότε ούτως ή άλλως χρειάζεται οπλικά συστήματα, αφετέρου, την τελευταία δεκαετία, με μια πολύ συνεπή πολιτική κατεύθυνση κατάφερε να μην εξαρτάται από εξωτερικούς προμηθευτές για μια τεράστια γκάμα οπλικών συστημάτων, αναπτύσσοντας και παράγοντας οπλικά συστήματα και μάλιστα εξελιγμένα, δηλαδή ηλεκτρονικά, κατευθυνόμενα βλήματα και drones. 

Πλέον η απόσταση που χωρίζει τις δυο χώρες σε αυτούς τους τομείς είναι χαώδης. Γενικότερα, πρακτικά δεν υπάρχει κράτος με αμυντικές δαπάνες σαν τις ελληνικές, που να αγοράζει από το εξωτερικό τα πάντα όσα χρειάζεται και να μην κάνει προσπάθεια να τα παράγει εντοπίως.

Το τεχνολογικό χάσμα ανάμεσα στις δύο χώρες παροξύνει την αμυντική ανισορροπία. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση δείχνει ότι δεν έχει αντιληφθεί τις εξελίξεις στην αμυντική τεχνολογία και στον πόλεμο του 21ου αιώνα. 

Η υπεροπλία της Τουρκίας σε drones και κατευθυνόμενα βλήματα σημαίνει, μεταξύ πολλών άλλων, ότι μπορεί να κάνει πόλεμο ελαχιστοποιώντας τις απώλειές της και το οικονομικό κόστος. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι μπορεί να εμπλακεί σε πόλεμο χωρίς να εκτίθεται και χωρίς την πολιτική και κοινωνική πίεση που επιφέρουν οι απώλειες. Αυτό το κάνει με επιτυχία, την τελευταία διετία, στη Συρία και στη Λιβύη.

Παρωχημένη νοοτροπία

Η Ελλάδα κινείται στην πεπατημένη του περασμένου αιώνα, αντιλαμβανόμενη την αντιπαράθεση με την Τουρκία ως διαγωνισμό επίδειξης σημαίας και προβολής ισχύος. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ως κυριότερο αμυντικό μέτρο την πρόσληψη 15.000 πρόσθετων επαγγελματιών οπλιτών, η αμυντική φιλοσοφία της χώρας παραμένει καθηλωμένη στο δόγμα ότι οι στρατιώτες είναι κρέας για τα κανόνια. 

Το ίδιο συμπέρασμα ενισχύεται και από τη στράτευση στα 18, καθώς δείχνει ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν αναζητούν στρατιώτες με γνώσεις, ειδικότητες και προσόντα. Να σημειωθεί μάλιστα ότι δύσκολα θα βρεθεί, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ τουλάχιστον, στρατός που να παρέχει λιγότερα από τον ελληνικό μέσα προστασίας στον πεζό στρατιώτη, ακόμα και στα πολύ βασικά, όπως είναι το κράτος, τα αλεξίσφαιρα ή αλεξίθραυσμα γιλέκα, οι στολές, τα μέσα παραλλαγής.

Βιαστικές επιλογές

Αλλά και στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα που ανακοινώθηκαν διαπιστώνεται μια απόκλιση ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και στα μέσα, καθώς και κινήσεις που περισσότερο δεσμεύουν επιπόλαια τη χώρα παρά συμβάλλουν στην άμυνά της. Η αγορά μόλις 18 αεροσκαφών Ραφάλ δεν είναι δυνατόν να γείρει την πλάστιγγα στους ουρανούς του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, δρομολογεί όμως τη χώρα και δεσμεύει πόρους σε επιλογές βιαστικές και ελλιπώς μελετημένες. 

Αντιστοίχως, η αρχική φιλολογία περί αγοράς φρεγατών Belharra με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δεν συνάδει με τη λογική ναυτικής παρουσίας στην Αν. Μεσόγειο, πέραν του ότι αποτελεί μια επισφαλή λύση καθώς ο τύπος δεν υπηρετεί ακόμα σε κανένα ναυτικό, δεν υπάρχει κανένα ολοκληρωμένο πλοίο έτοιμο, πράγμα που αυξάνει τους κινδύνους καθυστερήσεων και «παιδικών ασθενειών»...

ΑΥΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: