5.8.18

Αγκά Σφι και Φι...


Της το 'λεγε. Να πεις πως δεν της το 'λεγε. «Να τους βράσεις και να του δώσεις του παιδιού να πιει. Πριν σαραντίσει. Να 'ναι προφυλαμένο». Δίκιο είχε η μάνα της. Μα δίκιο είχε και...
η δικιά μου μάνα (και δική της κόρη). Πού να βρει στην πόλη μια ντουζίνα σκορπιούς, να τους πιάσει, να τους βράσει και να μου δώσει να πιω το ζουμί τους, ώστε να αποκτήσω, μέσω μιας προϋπάρχουσας μορφής ομοιοπαθητικής (πριν καν τη λέξη «ομοιοπαθητική»), ανοσία στο τσίμπημα του σκορπιού. Το ίδιο κάμανε και με τις σφίγγες, τις μέλισσες, τους σκούρκους κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο ιπτάμενο κεντροφόρο κίνδυνο υπήρχε τω καιρώ εκείνω.

Γιατί το σημερινό απόκαιρο για να πιάσεις μέλισσα σημαίνει πως είτε μένεις σε αυθαίρετο στη μέση του πουθενά (που αποκαλούμε «παρθένα φύση») είτε είσαι τζιμάνι εντομολόγος με ικανότητες Ιντιάνα Τζόουνς στην ανακάλυψη σπάνιων ευρημάτων είτε ανήκεις σε ιδιότυπη κάστα ιθαγενών με υπερβατικές ιδιότητες, μη αλκοολικών, που ως είδος προς εξαφάνιση και οι ίδιοι, έλκουν αντίστοιχα είδη του φυσικού βασιλείου.

Αν αυτά ισχύουν για τις μέλισσες, φαντάσου τι ισχύει για τους σκορπιούς. Ε, αν έχουν απομείνει καμιά τριανταριά στην Ελλάδα, εγώ στα μπαγκάζια μου από το νησί έφερα τον τριακοστό πρώτο.

Η αλήθεια είναι πως πήγα κι εγώ να διακοπεύσω στο τέρμα θεού. Τελευταίο σπίτι τελευταίου πρώην οικισμού. Ξεραΐλα και ησυχία. Μήτε κοκόρι δεν ακουγόταν. Εκεί τον «ψώνισα» τον εν λόγω, ο οποίος έσπευσε να μου συστηθεί με το που γύρισα και έκανα ν’ ανοίξω τη βαλίτσα.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο της Νόρας Ράλλη στην Εφημερίδα των Συντακτών εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: