8.9.19

Η οικονομία μετά τον νεοφιλελευθερισμό...

Ζούμε στην εποχή των μεγάλων και αγεφύρωτων ανισοτήτων.

Ακόμα και στην μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, την αμερικανική, οι ανισότητες όσον αφορά τα εισοδήματα και τον πλούτο έχουν ανέλθει σε δυσθεώρητα ύψη που δεν παρατηρήθηκαν από...
την λεγόμενη «Επίχρυση Εποχή» (Gilded Age, 1887-1893) και είναι από τις μεγαλύτερες στον ανεπτυγμένο κόσμο. Οι μέσοι μισθοί των Αμερικανών εργαζομένων έχουν παραμείνει στάσιμοι για σχεδόν 50 χρόνια.

Το 2017, το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ μειώθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και η κατανομή της υγειονομικής περίθαλψης φαίνεται τόσο ανεπαρκής όσο και άδικη. Οι φυλετικές ανισότητες παραμένουν επίμονα... επίμονες. Η πρόοδος στον τομέα της αυτοματοποίησης απειλεί με ακόμη μεγαλύτερες διαταραχές στην αγορά εργασίας κατά τα προσεχή έτη. Η κλιματική αλλαγή προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη αναστάτωση στην καθημερινή ζωή. Όλο και λιγότεροι νέοι μπορούν να ελπίζουν ότι θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους.

Το όραμα της «ευημερίας χωρίς αποκλεισμούς»

Παρ'ολαυτά πιστεύουμε ότι μπορούμε να βρούμε λύσεις σε όλα αυτά τα μεγάλα προβλήματα. Πώς όμως θα γίνει κάτι τέτοιο στο στενό πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού; Δύσκολα! Για αυτό σήμερα όσο ποτέ άλλοτε είναι απαραίτητο να γεννηθούν νέες πολιτικές ιδέες για μια οικονομία μετά τον νεοφιλελευθερισμό.

Τα εργαλεία της οικονομίας είναι φυσικά κρίσιμα για την ανάπτυξη ενός πλαισίου πολιτικής για αυτό που ονομάζουμε «ευημερία χωρίς αποκλεισμούς». Κι ενώ η ευημερία είναι η παραδοσιακή μέριμνα των οικονομολόγων, το «χωρίς αποκλεισμούς» απαιτεί τόσο την εξέταση της συνολικής κατανομής των αποτελεσμάτων της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των μη-χρηματικών πηγών ευημερίας, από την υγεία και την κλιματική αλλαγή έως τα πολιτικά δικαιώματα.

Η διαστρέβλωση της πραγματικής έννοιας της οικονομίας

Πολλοί πιστεύουν πως η Σχολή του Σικάγου που υπερασπίστηκε την ελεύθερη αγορά και εχθρεύτηκε τον κρατικό παρεμβατισμό, αναμόρφωσε το παγκόσμιο πολιτικό τοπίο μετά το 1980. Η απελευθέρωση των αγορών, το κράτος πρόνοιας, η αποϊδρυματοποίηση της αγοράς εργασίας, η μείωση της εταιρικής και προοδευτικής φορολογίας και η επιδίωξη υπερβολικής παγκοσμιοποίησης - ένοχοι στα αλήθεια των αυξανόμενων ανισοτήτων - έχουν τις ρίζες τους στα συμβατικά οικονομικά δόγματα που κυριαρχούν τις τελευταίες δεκαετίες. Η εστίαση στην δημοσιονομική πειθαρχία, ο μεθοδολογικός ατομικισμός και ο μαθηματικός φορμαλισμός παρεμποδίζουν όμως την ουσιαστική και ευρείας κλίμακας μεταρρύθμιση.

Κατά συνέπεια, πολλοί άνθρωποι βλέπουν την οικονομική πειθαρχία με απόλυτη εχθρότητα. Πιστεύουν ότι η διδασκαλία και η πρακτική των οικονομικών πρέπει να μεταρρυθμιστούν ριζικά για να γίνει η οικονομική πειθαρχία μια εποικοδομητική δύναμη. Υπάρχουν, πράγματι, βάσιμοι λόγοι για τη δυσαρέσκεια με τον τρόπο που η οικονομία συχνά ασκείται και διδάσκεται. Τα συντηρητικά ιδρύματα και τα think tanks προωθούν την ανισορροπία του στόχου της αποτελεσματικότητας έναντι αυτού της προτεραιότητας της οικονομικής ανάπτυξης. Οι συντηρητικοί τείνουν να παρουσιάζουν την «οικονομία» ως δικαιολογία για τις ακολουθούμενες πολιτικές, ενώ οι φιλελεύθεροι θεωρούνται «μη ευαίσθητοι» στις απαιτήσεις της ευημερίας.

Σε αυτά τα δύσκολα αινίγματα χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική απάντηση. Και η πιο μεγάλη ώρα είναι... τώρα. Πολλές από τις κυρίαρχες πολιτικές ιδέες των τελευταίων δεκαετιών δεν τεκμηριώνονται από υγιή οικονομικά αποδεικτικά στοιχεία. Κι αυτό γιατί ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι η συνεπής εφαρμογή της σύγχρονης οικονομίας, αλλά η πρωτόγονη, απλοϊκή διαστρέβλωση της. Η σύγχρονη οικονομία είναι γεμάτη με νέες ιδέες για τη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς. Αλλά εναπόκειται στους οικονομολόγους να πείσουν το ακροατήριό τους για τα πλεονεκτήματα αυτών των προοδευτικών ισχυρισμών.

Το μεγάλο λάθος των οικονομολόγων

Πρέπει πρώτα από όλα, όμως, να καταλάβουμε ποιος είναι ο ρόλος των οικονομολόγων στη σύγχρονη εποχή. Δουλειά τους είναι να ερμηνεύουν τις αγορές. Οι περισσότεροι όμως κάνουν το λάθος να απορρίπτουν κλάδους που βασίζονται περισσότερο στην ποιοτική ανάλυση των δεδομένων τους. Πολλοί οικονομολόγοι αισθάνονται ότι πρέπει να πάρουν το μέρος των αγορών επειδή κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Και ακόμα και όταν ορισμένοι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν τις αποτυχίες της αγοράς, ανησυχούν ότι η κυβερνητική παρέμβαση θα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Έτσι καταλήγουν να γίνουν οι «μαζορέτες» της ελεύθερης αγοράς και της υπερ-παγκοσμιοποίησης.

Πολύ συχνά επίσης «ερωτεύονται» συγκεκριμένα στενά μοντέλα ανάλυσης και δεν τα «απατούν» ποτέ. Έτσι έχουν ταλέντο στο να εντοπίζουν τις καλύτερες λύσεις για ένα πρόβλημα, εις βάρος όμως πιθανών επιπλοκών και αρνητικών επιπτώσεων της λύσης που προτείνουν. Ένας οικονομολόγος ανάπτυξης, για παράδειγμα, θα αναλύσει πολιτικές που ενισχύουν την τεχνολογία και την καινοτομία χωρίς να ανησυχεί για τις συνέπειες στην αγορά εργασίας. Ένας οικονομολόγος εμπορίου θα συστήσει τη μείωση των τιμών και θα υποθέσει ότι η χάραξη αντισταθμιστικών μηχανισμών για τους ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους είναι ευθύνη κάποιου άλλου. Και ένας οικονομολόγος μικροοικονομίας θα σχεδιάσει ένα πρόγραμμα πιστωτικής ασφάλειας για τις τράπεζες, χωρίς να εξετάσει πώς μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τους μακροοικονομικούς κύκλους. Οι υπερβολές της απορρύθμισης, η υπερβολική παγκοσμιοποίηση και η δημοσιονομική λιτότητα αντικατοπτρίζουν αυτή τη λογική.

Τι πρέπει να κάνουν λοιπόν για να φανούν πραγματικά χρήσιμοι; Πρέπει να μάθουν να αξιολογούν τις πολιτικές στο σύνολο του πλαισίου στο οποίο θα εφαρμοστούν και να εξετάζουν την ευρωστία των πολιτικών αυτών σε πολλές πιθανές θεσμικές διαμορφώσεις και πολιτικά ενδεχόμενα.

Πέραν αυτών των πρακτικών όμως, το σύνολο της σύγχρονης οικονομίας είναι προσανατολισμένο στον εγωισμό. Η μικροοικονομία ασχολείται περισσότερο με τις αποτυχίες της αγοράς και πώς να τις διορθώσει παρά με τη «μαγεία» των ανταγωνιστικών αγορών. Ένα τυπικό μακροοικονομικό μάθημα επικεντρώνεται στο πώς οι κυβερνήσεις μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της ανεργίας, του πληθωρισμού και της αστάθειας και όχι στο «κλασικό» μοντέλο όπου η οικονομία είναι αυτορυθμιζόμενη. Ένα τυπικό μάθημα χρηματοοικονομικών περιστρέφεται γύρω από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, την υπερβολική ανάληψη κινδύνων και άλλες δυσλειτουργίες των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Στην πραγματικότητα, το «μοντέλο ανταγωνιστικής ισορροπίας», στο οποίο οι ελεύθερες αγορές είναι μέγιστα αποτελεσματικές - ακόμη και αν δεν προϋποθέτουν τη δίκαιη διανομή - είναι το κυρίαρχο πλαίσιο μόνο στα εισαγωγικά μαθήματα οικονομίας. Οι σκεπτόμενοι οικονομολόγοι (εκ των οποίων υπάρχουν πολλοί) απομακρύνονται όμως πια από αυτό.

Μια ελπιδοφόρα επιστημονική στροφή μετά τις απανωτές αποτυχίες

Τα οικονομικά εξακολουθούν να πλέουν σαν νησιά στη θάλασσα στων κοινωνικών επιστημών, λόγω του μεθοδολογικού ατομικισμού τους, της αφαίρεσης βάσει μοντέλων και του μαθηματικού και στατιστικού φορμαλισμού. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, οι οικονομολόγοι αρχίζουν να κάνουν μια ελπιδοφόρα στροφή, ενσωματώνοντας πολλές από τις ιδέες άλλων επιστημονικών κλάδων στη θεωρία τους. Η οικονομική ιστορία βιώνει μια αναβίωση, η συμπεριφορική οικονομία έχει θέσει τον homo economicus σε άμυνα και η μελέτη του οικονομικού πολιτισμού έχει γίνει mainstream. Έτσι και οι οικονομολόγοι παίζουν τον δικό τους σημαντικό ρόλο στη μελέτη της αυξανόμενης συγκέντρωσης πλούτου, του κόστους της κλιματικής αλλαγής, της εισοδηματικής στασιμότητας για την εργατική τάξη και των μεταβαλλόμενων προτύπων στην κοινωνική κινητικότητα.

Στην πραγματικότητα, όλες οι προβλέψεις και τα συμπεράσματα στα οικονομικά ακολουθούν τον εξής τύπο ανάλυσης: αν υπάρχουν «Χ» και «Ψ» συνθήκες, παράγεται ένα «Υ» αποτέλεσμα. Η απάντηση σε σχεδόν οποιοδήποτε ζήτημα στα οικονομικά θα πρέπει να ακολουθείται από ένα «εξαρτάται» και από μια εξήγηση για το τι εξαρτάται από τι και γιατί.

Επιπλέον, η έρευνα για την οικονομία έχει καταστεί σημαντικά πιο εφαρμοσμένη και εμπειρική από τη δεκαετία του '90. Αυτό είναι σημαντικό επειδή οι συστηματικές εμπειρικές αποδείξεις είναι ένα ανάχωμα στις συνταγές ιδεολογικής πολιτικής. Η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική ύφεση καθιστά δυσκολότερη την εξιδανίκευση των αγορών, άλλα πρόσφατα εμπειρικά συμπεράσματα δείχνουν ότι το διεθνές εμπόριο προκαλεί μεγάλες και δυσμενείς επιπτώσεις σε ορισμένες τοπικές κοινότητες, οι κατώτατοι μισθοί δεν μειώνουν την ανάγκη για απασχόληση και η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση παράγει κρίσεις και όχι ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη.

Με αυτά τα δεδομένα η σύγχρονη οικονομία καλείται να δώσει μια σειρά αποτελεσματικών απαντήσεων σε δύσκολα διλήμματα. Ποια ιδρύματα αγοράς εργασίας ελαχιστοποιούν την εργασιακή ανασφάλεια χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης; Πώς μπορούμε να προσφέρουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κοινωνική προστασία χωρίς να αμβλύνουμε τα οικονομικά κίνητρα; Τι είδους δημοσιονομικές ρυθμίσεις διασφαλίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα χωρίς να εμποδίζουν την οικονομική καινοτομία; Τι είδους νομισματικοί και δημοσιονομικοί κανόνες είναι οι καλύτεροι για μια ανοιχτή οικονομία;

Παρά τη θεσμική ποικιλομορφία που έχουμε στα χέρια μας, δεν πρέπει να περιοριστούμε στις υπάρχουσες πρακτικές. Μπορούμε - και θα χρειαστεί - να αναπτύξουμε νέους θεσμούς. Τίποτα δεν εγγυάται ότι η ανάπτυξη θα είναι δίκαιη ή η παγκοσμιοποίηση αειφόρος. Πρέπει να σχεδιάσουμε πολιτικές και θεσμούς που να επιτρέπουν την ευημερία χωρίς αποκλεισμούς και να εξασφαλίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση θα είναι βιώσιμη - πολιτικά και οικονομικά. Και για να γίνει αυτό σε μια εποχή που οι ιδεολογίες έχουν καταρρεύσει, θα χρειαστεί ένας ισχυρός θεωρητικός μηχανισμός.

Μια νέα αρχή σε έναν παράλληλο οικονομικό κόσμο

Η αρχή θα γίνει όταν οι οικονομολόγοι του πραγματικού κόσμου, καταλάβουν ότι ζούμε σε έναν παράλληλο και καλύτερο κόσμο, γεμάτο με ατέλειες της αγοράς, όπου η εξουσία ασχολείται πολύ με τη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων αυτής της αγοράς. Σε έναν τέτοιο κόσμο, το ανταγωνιστικό μοντέλο δεν είναι το σωστό σημείο αναφοράς για την κατανόηση των προβλημάτων και την πρόταση λύσεων. Πρέπει να αναζητήσουμε εναλλακτικά μοντέλα. Αυτό απαιτεί έναν εμπειρικό προσανατολισμό και μια πειραματική συμμαχία μυαλού με μια καλή δόση ταπεινότητας, σημειώνει το Boston Review.

Για να λειτουργούν σωστά οι σύγχρονες οικονομίες θα πρέπει να κινούνται στα σύνορα δικαιοσύνης κι αποτελεσματικότητας. Η αρχή θα μπορούσε να γίνει από την αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά εργασίας, την αγορά πιστώσεων, τις ασφαλιστικές αγορές και τις αγορές καινοτομίας.

Μια ομάδα οικονομολόγων - το δίκτυο Οικονομικών για την Περιεκτική Ευημερία (EfIP) – έχει ήδη καταρτίσει ένα policy making σχέδιο για μια σειρά θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων της ρύθμισης της αγοράς εργασίας, του διεθνούς εμπορίου και των αγορών. Ο σκοπός αυτής της εκκολαπτόμενης προσπάθειας δεν είναι να καταρτίσει έναν κατάλογο με «συνταγές» για διαφορετικούς τομείς πολιτικής, αλλά να σκιαγραφήσει ένα νέο όραμα για μια οικονομική πολιτική που θα αποτελεί εναλλακτική λύση στον «φονταμενταλισμό» της αγοράς που συχνά και λανθασμένα ταυτίζεται με την οικονομία. Οι συμμετέχοντες στην πρωτοβουλία μοιράζονται μια κοινή παραδοχή: Η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη πολιτική απέτυχε σε κοινωνικούς όρους, οδηγώντας σε μνημειώδεις και αυξανόμενες ανισότητες. Την ίδια στιγμή όλοι τους νιώθουν τρόμο μπροστά στην εθνικιστική κι ακροδεξιά στροφή που κάνει η παγκόσμια πολιτική, ως απόρροια σε μεγάλο βαθμό των χασμάτων που έχει ανοίξει ο νεοφιλελευθερισμός.

Μία από τις προτάσεις τους έχει να κάνει με την φορολογία. Ο οικονομολόγος Gabriel Zucman προτείνει μια έξυπνα απλή λύση για τον διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό, όπου οι χώρες δεν θα χρειάζεται πλέον να υποβάλλουν προσφορές για πολυεθνικές επενδύσεις με αντίτιμο την περικοπή των εταιρικών φόρων. Ο Zuckman προτείνει τη φορολόγηση των πολυεθνικών με βάση την κατανομή των παγκόσμιων κερδών ανάλογα με το πού πραγματοποιούν τις πωλήσεις τους. Ενώ οι εταιρείες μπορούν εύκολα να μεταφέρουν τα κέρδη ή την παραγωγή σε δικαιοδοσίες χαμηλού φόρου, οι πωλήσεις είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστούν με αυτό τον τρόπο. Η μεταρρύθμισή του θα καθιστούσε έτσι δυνατή τη φορολόγηση των νικητών της παγκοσμιοποίησης, η οποία μοιάζει απαραίτητη προϋπόθεση για την αειφορία της παγκοσμιοποίησης σήμερα.

Η Sandra Black και ο Jesse Rothstein χρησιμοποιούν τα καλύτερα εργαλεία της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας για να αναδιατυπώσουν μια παλιά αλλά καλή ιδέα: η κυβέρνηση πρέπει να παρέχει δημόσια αγαθά και κοινωνική ασφάλιση. Η κοινωνική ασφάλιση μετριάζει τις εκτεταμένες και γνωστές αποτυχίες στις ασφαλιστικές αγορές, είτε αφορά την ανεργία, τις συντάξεις η τον τομέα της υγείας. Την ίδια στιγμή, κοινωνικά αγαθά, όπως η εκπαίδευση, θα πρέπει να προσφέρονται από το κράτος καθώς τα παιδιά ξεκινούν γενικά το σχολείο πριν από οι γονείς τους πετύχουν το μέγιστο εισόδημά τους και επειδή οι γονείς δεν μπορούν να δανειστούν ενάντια στα κέρδη των παιδιών τους. Τα οφέλη της εκπαίδευσης συνδέονται επίσης και με θετικές επιπτώσεις στη μείωση της εγκληματικότητας, στην καλλιέργεια της κουλτούρας του πολίτη και την καινοτομία.

Ο Anton Korinek, από την πλευρά του, εστιάζει στο σημαντικό ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οι νέες τεχνολογίες επηρεάζουν την αγορά εργασίας και τη διανομή του εισοδήματος. Η κατεύθυνση της τεχνολογικής αλλαγής δεν είναι εξωγενής, υποστηρίζει, και λέει πως εξαρτάται από τα κίνητρα που θέτουν τόσο οι αγορές όσο και οι κυβερνήσεις. Ειδικότερα, οι οδηγοί της καινοτομίας μπορούν να υπερεκτιμούν το κοινωνικό κόστος της εργασίας, επενδύοντας υπερβολικά σε τεχνολογίες που αντικαθιστούν την εργασία. Οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν συνήθως στη διαδικασία της καινοτομίας - για να ενθαρρύνουν πράσινες τεχνολογίες, για παράδειγμα. Ο Korineck προτείνει ότι η τεχνολογία θα πρέπει να βαδίσει τον δρόμο της καινοτομίας εξασφαλίζοντας όμως τις επιθυμητές ιδιότητες διανομής. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να προωθήσουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που συμπληρώνουν και ενισχύουν τις γνωστικές ικανότητες των εργαζομένων - μαζί με μηχανισμούς που εξασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι θα διατηρούν σημαντικό μέρος του παραγόμενου πλεονάσματος. Ο εν λόγω οικονομολόγος εξετάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι ανελαστικοί συμπληρωματικοί παράγοντες όπως οι εξειδικευμένες δεξιότητες μπορούν να φορολογηθούν ως ανταπόκριση στις τεχνολογικές μεταβολές και πώς η αξία των μονοπωλίων που παρέχονται από το σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι εγγενώς ανόητη, δεδομένου ότι μεταφέρει εισόδημα από καταναλωτές σε ιδιοκτήτες επιχειρήσεων.

Η πρόταση του Dani Rodrik αφορά μια ρητά προ-κοινωνική αιτιολόγηση για περιορισμούς στο εμπόριο, χωρίς να προσπαθεί να καλύψει τον προστατευτισμό για χάρη της βελτίωσης κάποιας αποτυχίας της αγοράς. Ο Rodrick προτείνει ότι οι εμπορικές συμφωνίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν ρήτρες που θα εμποδίζουν τον ανταγωνισμό σε «άδικα» πλαίσια και που θα δίνουν «κοινωνικές εγγυήσεις», απαραίτητες για τη διατήρηση των εγχώριων κοινωνικών συμβάσεων.

Αυτή η πρόταση είναι ενδεικτική της βασικής δέσμευσης των οικονομολόγων της EfIP: Της προθυμίας να υπαχθεί η οικονομική αποδοτικότητα των προτάσεων της ομάδας σε αξίες όπως η δημοκρατία και οι ισότιμες σχέσεις μεταξύ των πολιτών. Βασική προϋπόθεση μιας δημοκρατικής πολιτικής οικονομίας είναι το να προκύπτουν μέσω ενός ανοικτού δημόσιου διαλόγου, οι ανάγκες των πολιτών που μετουσιώνονται σε πολιτικές αποφάσεις.

Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να περάσουμε αλώβητοι πάνω από τον ύφαλο των «ασυμμετριών» εξουσίας που διαμορφώνουν τη σύγχρονη οικονομία. Όπως επισημαίνει ο Suresh Naidu, αυτές οι ασυμμετρίες μπορεί να παίρνουν την εξής μορφή: Ποιος έχει το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς και την απασχόληση; Ποιος μπορεί να μετακινηθεί πέρα από τα εθνικά σύνορα και ποιος δεν μπορεί να βγει από τη χώρα του; Ποιος μπορεί να αποφύγει τη φορολογία και ποιος δεν μπορεί; Ποιος καθορίζει την ατζέντα των εμπορικών συμφωνιών και ποιος αποκλείεται από αυτές; Ποιος μπορεί να ψηφίσει και ποιος δεν έχει δικαίωμα ψήφου; Η πρόταση της EfIP αντιμετωπίζει εν μέρει αυτές τις ασυμμετρίες και προτείνει τρόπους για την εξισορρόπηση της εξουσίας για οικονομικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να ενισχύσουν τον ρόλο τους στη διαμόρφωση της αγοράς εργασίας, η τροχοπέδη στην οικονομική παγκοσμιοποίηση μπορεί να ενισχύσει τη δημοσιονομική ικανότητα του κράτους, η ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους μπορεί να αποτρέψει τις κρίσεις, η συμβολή του κόσμου της εργασίας στη διαμόρφωση των εμπορικών συμφωνιών μπορεί να βελτιώσει τον σχεδιασμό τους και η ψήφος των φτωχότερων μπορεί να αυξήσει την ευθύνη του πολιτικού συστήματος...

Ελένη Μπέλλου
tvxs.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: