Ρεπορτάζ ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
Το χέρι μου έτρεμε, καθώς γύριζα τις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου. Γιατί μερικές φορές η λογοτεχνία σταματά να είναι απλή επινόηση, μελάνι πάνω σε...
...λευκό χαρτί και γίνεται αληθινό αίμα, δάκρυ και ένας βουβός θρήνος που ψάχνει διέξοδο για μισό αιώνα.
Ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, Στέλιος Παρασκευόπουλος, με το μυθιστόρημά του «Δύο παιδιά που κολύμπησαν στην ίδια θάλασσα», δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο· κατέθεσε την ίδια του την ψυχή, στήνοντας ένα ιερό, λογοτεχνικό μνημόσυνο για τον πιο ακριβό φίλο των εφηβικών του χρόνων.
Με την πρώτη ματιά, ο συγγραφέας μάς παρασύρει σε μια μεγάλη, ιστορική τοιχογραφία. Παρακολουθούμε το μακρύ ταξίδι μιας αρχοντικής οικογένειας Πολιτών, με αφετηρία την κοσμοπολίτικη αλλά πληγωμένη Κωνσταντινούπολη του 1922 και τελικό σταθμό την Αθήνα τού σήμερα. Ενας αιώνας γεμάτος αντιθέσεις περνά μπροστά από τα μάτια μας: η αρχοντιά και ο απότομος ξεπεσμός, οι διώξεις, η ένδεια του Μεσοπολέμου, η μεταπολεμική προσπάθεια για ανόρθωση. Εικόνες μιας Ελλάδας που αλλάζει πρόσωπο, από τις λασπωμένες προσφυγικές γειτονιές μέχρι το μπετόν της αντιπαροχής και τον ερχομό του σύγχρονου αστικού τρόπου ζωής.
Όμως, αυτή η ιστορική διαδρομή είναι απλώς το κάδρο. Το πραγματικό φως του βιβλίου κρύβεται κάπου στα μισά του δρόμου, στη δεκαετία του ’70. Εκεί συναντάμε δύο εφήβους που διψούν για ζωή. Από τη μία ο Θεόφιλος, κουβαλώντας την αύρα της χαμένης αρχοντιάς της Πόλης, και από την άλλη ο Νώντας, ένα αυθεντικό, λαϊκό παιδί από τις γειτονιές του Πειραιά. Οι δύο τους ενώνονται σε μια εποχή γεμάτη ηλεκτρισμό, τότε που η νεολαία σπάει τα δεσμά του παλιού κόσμου και ορμάει με πάθος στα τζιν παντελόνια, στη ροκ μουσική, στα τσιγάρα Marlboro και στις μεγάλες προσδοκίες.
Οι δύο φίλοι μοιράζονται τις «ηλιόλουστες μοναξιές» τους και χτίζουν όνειρα που μοιάζουν ακλόνητα. Θέλουν και οι δύο να περάσουν στην Ιατρική Σχολή, να γίνουν γιατροί, να γιατρέψουν τον κόσμο. Μαζί θα ζήσουν την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μαζί θα αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας, μαζί θα γυρίσουν τα μπαράκια της Αθήνας, μεθώντας με ιδέες και νεανική ορμή. Και μετά, έρχεται εκείνο το ένα, το μοναδικό καλοκαίρι σε ένα ελληνικό νησί. Μια περίοδος γεμάτη κεχριμπαρένια μεσημέρια, πορφυρά ηλιοβασιλέματα και ατέλειωτες συζητήσεις κάτω από τα άστρα. Κολυμπούν στην ίδια θάλασσα και νιώθουν ανίκητοι.
Ωσπου η μοίρα γκρέμισε το όνειρο με έναν τρόπο βίαιο, σχεδόν παράλογο. Ο θάνατος έστησε καρτέρι στους δρόμους της Αθήνας, ένα απλό απόγευμα, στον γυρισμό από τη δουλειά. Η σύγκρουση εκείνου του δίτροχου με ένα βαρύ φορτηγό έγραψε τον πιο τραγικό επίλογο στην άσφαλτο. Ολα έσβησαν ακαριαία. Ο Νώντας πέρασε στην αιωνιότητα και ο Θεόφιλος, ο ίδιος ο συγγραφέας, έμεινε πίσω να μετράει τις πληγές μιας ακρωτηριασμένης νιότης. Το όνειρο της Ιατρικής χάθηκε μέσα στη σκόνη του δρόμου, η ζωή τράβηξε τον δικό της μοναχικό δρόμο προς τη δημοσιογραφία, όμως η ψυχή δεν ξέχασε ποτέ. Αυτό το χτύπημα δεν ξεπεράστηκε· έγινε η ισόβια σκιά του.
Η γραφή του Παρασκευόπουλου σε αυτό το σημείο ξεπερνά τα όρια της απλής αφήγησης. Είναι ένας συγκλονιστικός, ακατέργαστος θρήνος. Νιώθεις το σφίξιμο στο στομάχι, ακούς τη σιωπή που αφήνει πίσω της η απώλεια. Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας βασανιστικής συγκατοίκησης με τη σκληρή πραγματικότητα και τις αναμνήσεις, για να βρει ο συγγραφέας τη δύναμη να αποτυπώσει αυτόν τον πόνο στο χαρτί.
Το μεγαλείο του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι μετατρέπει ένα βαθιά προσωπικό τραύμα σε μια πανανθρώπινη ελεγεία για τη φιλία. Ο συγγραφέας δεν ζητά τον οίκτο μας, ζητά δικαίωση για το παιδί εκείνο που δεν πρόλαβε να ζήσει, να σπουδάσει, να γεράσει. Του χαρίζει την αθανασία με τον πιο όμορφο τρόπο. Οσο αυτό το βιβλίο διαβάζεται, εκείνο το παλικάρι θα κολυμπάει πάντα στα καταγάλανα νερά, θα φοράει το τζιν του και θα παραμείνει για πάντα είκοσι χρονών.
Η γλώσσα είναι ρέουσα, γεμάτη λυρισμό, αρώματα μιας Αθήνας που χάθηκε και τη μοναδική ατμόσφαιρα της εφηβείας. Οι χαρακτήρες είναι τόσο ανάγλυφοι, που πιάνεις τον εαυτό σου να θέλει να τους προειδοποιήσει για το κακό που έρχεται, να φωνάξει μαζί τους στο Πολυτεχνείο, να τους κρατήσει συντροφιά στα μπαράκια.
Το «Δύο παιδιά που κολύμπησαν στην ίδια θάλασσα» δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα αν ο θάνατος είναι το τέλος ή η αρχή μιας αληθινής φιλίας. Ο Στέλιος Παρασκευόπουλος μάς αποδεικνύει ότι η αιωνιότητα των αναμνήσεων είναι πιο δυνατή από την απώλεια, αρκεί να υπάρχει η μνήμη για να την κρατά ζωντανή.
Μην αφήσετε αυτό το βιβλίο να περάσει αθόρυβα από τα χέρια σας. Είναι μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής, ένα μάθημα για το τι σημαίνει να αγαπάς και να θυμάσαι. Κλείνοντας το οπισθόφυλλο, το μόνο που θέλεις είναι να πάρεις τηλέφωνο τον δικό σου κολλητό φίλο από τα παλιά. Γιατί η ζωή είναι τελικά μια ελάχιστη απόσταση, μόλις δυο-τρία γυρίσματα των εποχών, και το μόνο που μένει στο τέλος είναι οι θάλασσες που κολυμπήσαμε μαζί. Στέλιο Παρασκευόπουλε, σε ευχαριστούμε για την αλήθεια σου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου