Πώς ήταν η καθημερινότητα των Αθηναίων στη διάρκεια της Κατοχής; Πώς διαπλέκονταν ο ηρωισμός με την...
απελπισία, η αντίσταση με τον δωσιλογισμό, η αξιοπρέπεια με τον αγώνα για καθημερινή επιβίωση; Γιατί έχει σημασία να τα θυμόμαστε όλα αυτά;
Θριάμβευσε επί των Ιταλών, πάλεψε στα ίσα και τους Γερμανούς, υπέκυψε εντέλει στο μοιραίο: Στις 27/4/41 τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της Βέρμαχτ εισέρχονταν στη συνθηκολογημένη Αθήνα χωρίς σχεδόν καθόλου θεατές και «χειροκροτητές», για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα τα ιταλικά. Από την ημέρα εκείνη μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη στις 12/10/44, οι Αθηναίοι θα βιώσουν μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών και στερήσεων αλλά και αγωνιστικής έξαρσης, μολονότι όχι αυτονόητης ούτε τόσο συλλογικής όσο προβάλλεται, μήτε βέβαια πάντα μονοιασμένης: «Είναι δύσκολη μια καθαρή και δίκαια μονοσήμαντη ταξινόμηση των εκάστοτε κρινόμενων… Η εναλλασσόμενη επικάλυψη ηθικών, ιδεολογικών ή ακραιφνώς συμφεροντολογικών προτεραιοτήτων ουσιαστικά επέτρεπε στον μέσο κάτοικο της Αθήνας όπως και οποιασδήποτε άλλης κατεχόμενης πόλης να είναι εναλλάξ συνεργάτης των Γερμανών με μειωμένο ωράριο, αντιστασιακός κατά διαστήματα και να κρατά στάση αναμονής τις Κυριακές», έθετε δηλαδή ως προτεραιότητα τη δική του σωματική, ψυχική και υλική επιβίωση όπως σημειώνει ο Γερμανός ιστορικός Hagen Fleischer προλογίζοντας τις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945» του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Μοβ Σκίουρος 2018).
Στην απέναντι πλευρά οι δωσίλογοι, οι τοκογλύφοι, οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών απηχούσαν τη «σκοτεινή», τη λιγότερο διαφημισμένη πλευρά της και όχι τυχαία, εφόσον πολλοί εξ αυτών στελέχωσαν το μεταπολεμικό καθεστώς. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, εντούτοις, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν τόσο πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης. Η καθημερινότητα των περισσότερων Αθηναίων, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ηρωϊκή φάνταζε εν μέσω μια εκτροχιασμένης εντελώς οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Η εξασφάλιση ενός στοιχειώδους γεύματος π.χ. ειδικά για τους μη έχοντες σταθερή εργασία, ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια που απαιτούσε ώρες ή και μέρες αναζήτησης κι ακόμα περισσότερη τύχη αν δεν γινόταν διανομή συσσιτίου κάπου κοντά. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης.
Αποστάσεις που συνήθως γίνονταν πεζή, με το τενεκεδάκι στο χέρι, ανάμεσα από μπλόκα, κρεμασμένους προς παραδειγματισμό πολίτες, άλλους πάλι νεκρούς ή ετοιμοθάνατους από την ασιτία, ανάμεσά τους πλήθος παιδιά. Εκτός από τους κατακτητές, κουμάντο στην πόλη κάνανε οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» συνεργάτες τους, οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες. Μόνη παρηγοριά, η τέχνη και ειδικά το θέατρο αφενός, ο παράνομος Τύπος, το παράνομο ραδιόφωνο, οι προκηρύξεις και τα συνθήματα σε τοίχους που καλούσαν σε εξέγερση αφετέρου, δείγματα ότι τίποτε δεν είχε τελειώσει.
Η απελπισία χτυπούσε συχνά κόκκινο, ειδικά τον καιρό του μεγάλου λιμού (χειμώνας ’41-’42), όμως η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα είναι παροιμιώδης – μάθανε να ευτυχούν με τα στοιχειώδη και να ξεγελούν όχι μόνο τη δυστυχία αλλά και τους δυνάστες τους, οι δε πιο ασυμβίβαστοι, οι νεολαίοι ειδικά, βγαίνανε στην αντίσταση ή στο βουνό αντάρτες. Στον αντίποδα, μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - που διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, που παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, που απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, που συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.
Κοντά σε όλους αυτούς, κατάσκοποι όλων των πλευρών, φυγάδες που κρύβονταν, γυναίκες ελευθερίων ηθών που δούλευαν ταυτόχρονα για την Αντίσταση, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που πάσχιζαν να απαντήσουν με τη δική τους γλώσσα στο μακάβριο ερώτημα «Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» που έθεσε μεταπολεμικά υπό μορφή βιβλίου ο Πρίμο Λέβι. Αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες που ένεκα η επιβίωση ανακάλυπταν δεξιότητες, κουράγια κι αντοχές που ουδέποτε είχαν διανοηθεί. Οι ίδιοι οι κατακτητές και ειδικά οι Γερμανοί θαύμαζαν την κλασική Αθήνα θεωρώντας τη λίκνο του ανώτερου πολιτισμού των Αρίων όπου και οι ίδιοι «ανήκαν», οίκτιραν ωστόσο τους κατοίκους της ως εκφυλισμένους, μπασταρδεμένους απόγονους των ένδοξων αρχαίων τους προγόνων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ανάλογη περιφρόνηση και σκληρότητα.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην lifo.gr
απελπισία, η αντίσταση με τον δωσιλογισμό, η αξιοπρέπεια με τον αγώνα για καθημερινή επιβίωση; Γιατί έχει σημασία να τα θυμόμαστε όλα αυτά;
Θριάμβευσε επί των Ιταλών, πάλεψε στα ίσα και τους Γερμανούς, υπέκυψε εντέλει στο μοιραίο: Στις 27/4/41 τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της Βέρμαχτ εισέρχονταν στη συνθηκολογημένη Αθήνα χωρίς σχεδόν καθόλου θεατές και «χειροκροτητές», για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα τα ιταλικά. Από την ημέρα εκείνη μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη στις 12/10/44, οι Αθηναίοι θα βιώσουν μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών και στερήσεων αλλά και αγωνιστικής έξαρσης, μολονότι όχι αυτονόητης ούτε τόσο συλλογικής όσο προβάλλεται, μήτε βέβαια πάντα μονοιασμένης: «Είναι δύσκολη μια καθαρή και δίκαια μονοσήμαντη ταξινόμηση των εκάστοτε κρινόμενων… Η εναλλασσόμενη επικάλυψη ηθικών, ιδεολογικών ή ακραιφνώς συμφεροντολογικών προτεραιοτήτων ουσιαστικά επέτρεπε στον μέσο κάτοικο της Αθήνας όπως και οποιασδήποτε άλλης κατεχόμενης πόλης να είναι εναλλάξ συνεργάτης των Γερμανών με μειωμένο ωράριο, αντιστασιακός κατά διαστήματα και να κρατά στάση αναμονής τις Κυριακές», έθετε δηλαδή ως προτεραιότητα τη δική του σωματική, ψυχική και υλική επιβίωση όπως σημειώνει ο Γερμανός ιστορικός Hagen Fleischer προλογίζοντας τις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945» του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Μοβ Σκίουρος 2018).
Στην απέναντι πλευρά οι δωσίλογοι, οι τοκογλύφοι, οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών απηχούσαν τη «σκοτεινή», τη λιγότερο διαφημισμένη πλευρά της και όχι τυχαία, εφόσον πολλοί εξ αυτών στελέχωσαν το μεταπολεμικό καθεστώς. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, εντούτοις, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν τόσο πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης. Η καθημερινότητα των περισσότερων Αθηναίων, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ηρωϊκή φάνταζε εν μέσω μια εκτροχιασμένης εντελώς οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Η εξασφάλιση ενός στοιχειώδους γεύματος π.χ. ειδικά για τους μη έχοντες σταθερή εργασία, ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια που απαιτούσε ώρες ή και μέρες αναζήτησης κι ακόμα περισσότερη τύχη αν δεν γινόταν διανομή συσσιτίου κάπου κοντά. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης.
Αποστάσεις που συνήθως γίνονταν πεζή, με το τενεκεδάκι στο χέρι, ανάμεσα από μπλόκα, κρεμασμένους προς παραδειγματισμό πολίτες, άλλους πάλι νεκρούς ή ετοιμοθάνατους από την ασιτία, ανάμεσά τους πλήθος παιδιά. Εκτός από τους κατακτητές, κουμάντο στην πόλη κάνανε οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» συνεργάτες τους, οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες. Μόνη παρηγοριά, η τέχνη και ειδικά το θέατρο αφενός, ο παράνομος Τύπος, το παράνομο ραδιόφωνο, οι προκηρύξεις και τα συνθήματα σε τοίχους που καλούσαν σε εξέγερση αφετέρου, δείγματα ότι τίποτε δεν είχε τελειώσει.
Η απελπισία χτυπούσε συχνά κόκκινο, ειδικά τον καιρό του μεγάλου λιμού (χειμώνας ’41-’42), όμως η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα είναι παροιμιώδης – μάθανε να ευτυχούν με τα στοιχειώδη και να ξεγελούν όχι μόνο τη δυστυχία αλλά και τους δυνάστες τους, οι δε πιο ασυμβίβαστοι, οι νεολαίοι ειδικά, βγαίνανε στην αντίσταση ή στο βουνό αντάρτες. Στον αντίποδα, μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - που διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, που παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, που απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, που συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.
Κοντά σε όλους αυτούς, κατάσκοποι όλων των πλευρών, φυγάδες που κρύβονταν, γυναίκες ελευθερίων ηθών που δούλευαν ταυτόχρονα για την Αντίσταση, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που πάσχιζαν να απαντήσουν με τη δική τους γλώσσα στο μακάβριο ερώτημα «Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» που έθεσε μεταπολεμικά υπό μορφή βιβλίου ο Πρίμο Λέβι. Αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες που ένεκα η επιβίωση ανακάλυπταν δεξιότητες, κουράγια κι αντοχές που ουδέποτε είχαν διανοηθεί. Οι ίδιοι οι κατακτητές και ειδικά οι Γερμανοί θαύμαζαν την κλασική Αθήνα θεωρώντας τη λίκνο του ανώτερου πολιτισμού των Αρίων όπου και οι ίδιοι «ανήκαν», οίκτιραν ωστόσο τους κατοίκους της ως εκφυλισμένους, μπασταρδεμένους απόγονους των ένδοξων αρχαίων τους προγόνων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ανάλογη περιφρόνηση και σκληρότητα.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στην lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου