11.7.20

Σκάνδαλα και πολιτική...

Ομολογώ ότι, όποτε ψάχνω για θέμα να ασχοληθώ, δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να γράψω για τη Novartis ή για κάποιο άλλο σκάνδαλο. Απλός ο λόγος: δεν...
έχω γνώμη. Και δεν έχω γνώμη, επειδή δεν ξέρω τι συνέβη. Θα μου πείτε, γιατί δεν μαθαίνεις; Και θα σας απαντήσω ότι, για να μάθω, πρέπει να μιλήσω με γνώστες και ειδικούς, να διαβάσω και κυρίως να αξιολογήσω τι έχει γραφτεί σχετικά, δηλαδή δημοσιεύματα ων ουκ έστιν αριθμός, και να στηθώ επί ώρες και ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Λυπάμαι, αλλά μπορώ να σκεφτώ πολλά άλλα πράγματα στα οποία προτιμώ να αφιερώσω τον χρόνο μου.

Νομίζω επίσης ότι, με λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι που μιλούν και γράφουν παθιασμένα και ακατάπαυστα για τα σκάνδαλα δεν πληρούν τις επαχθείς αυτές προϋποθέσεις. Ετσι, το μόνο που μαθαίνουμε είναι τι ψηφίζουν: Νέα Δημοκρατία ή ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή κάτι που ήδη ξέραμε.

Πέρα όμως από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις σκανδάλων υπάρχει και κάτι γενικότερο που εξουσιοδοτεί αυτή τη μολυσματική ατμόσφαιρα: η πολιτική μέσω σκανδαλολογίας. Δεν είμαι σίγουρος πώς προέκυψε. Ισως κάποιος «ήρξατο χειρών αδίκων» και οι θιγμένοι τον πλήρωσαν με το ίδιο νόμισμα, προκαλώντας νέο γύρο εκδικήσεων και αντεκδικήσεων και έκτοτε πάει λέγοντας. Το σημαντικό είναι ότι τελικά όλο και περισσότεροι αποδέχθηκαν το δόγμα πως, για να παραμείνουμε στην εξουσία ή να κερδίσουμε τις εκλογές, πρέπει να κλείσουμε μερικούς μέσα.

Φοβάμαι ότι η στάση αυτή αναπαράγεται όχι μόνο λόγω κεκτημένης ταχύτητας, αλλά επειδή βολεύει αμφότερους τους αντίδικους. Κατ’ αρχάς έχει το τεράστιο προτέρημα ότι απλοποιεί τα πράγματα: εκείνοι είναι ψεύτες και κλέφτες, εμείς είμαστε οι καλοί. Κατά συνέπεια, δεν έχει νόημα να το πολυσκεφτόμαστε, δεν έχει νόημα να περάσουμε από τη δήλωση στην ερώτηση: δηλαδή από το «Είναι σωστό» στο «Γιατί είναι σωστό;», από το «Εχουμε δίκιο» στο «Γιατί έχουμε δίκιο;». Επιπλέον η διχρωμία –άσπρο, μαύρο– όχι μόνο συσπειρώνει αλλά αποθαρρύνει οποιαδήποτε αυτοκριτική προσέγγιση της πολιτικής, εφόσον ο μόνος στόχος είναι οι αντίπαλοι που δεν τους αφήνουμε σε χλωρό κλαρί γιατί ξέρουμε από χέρι ότι έχουν άδικο.

Θα πρόσθετα κι ένα άλλο χαρακτηριστικό της πολιτικής μέσω σκανδαλολογίας: ότι σχεδόν ποτέ δεν βρίσκεται ο τελεσίδικα ένοχος. Ντόρος γίνεται, διότι τελικά το ζητούμενο δεν είναι η απονομή δικαιοσύνης αλλά η λάσπη. Πώς μπορούμε να μιλάμε με όρους δικαιοσύνης, όταν κανείς δεν πιστεύει ότι οι πλειοψηφούντες σε προανακριτική επιτροπή της Βουλής θα έκριναν ποτέ ένοχο έναν δικό τους; Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η σκανδαλοποίηση της πολιτικής απειλεί συνεχώς με τον εισαγγελέα, ενώ πολλά από τα σκάνδαλα έχουν να κάνουν με προσπάθειες να αλωθεί η Δικαιοσύνη από τους πολιτικούς κατά παράβαση του Συντάγματος.

Η σκανδαλοποίηση της πολιτικής αλλάζει και το πώς λειτουργούν τα κόμματα επειδή εισάγει έναν καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό τους. Από τη μια οι «ιδεολόγοι» που μιλάνε για τη γενικότερη στάση της παράταξης, δηλαδή την απάντηση στα φλέγοντα ερωτήματα των καιρών.

Και, από την άλλη, μια μικρή ομάδα, κάτι σαν τις ειδικές δυνάμεις του στρατού, οι οποίες κινούνται στα σκοτεινά και ειδικεύονται σε «βρόμικες» επιχειρήσεις, όπως λ.χ. οι υποκλοπές μηνυμάτων, η κατασκευή ή το κουκούλωμα αποδεικτικών στοιχείων και άλλα παρεμφερή, με μοναδικό ζητούμενο να κερδίσουμε τη μάχη, χωρίς να τίθεται καν θέμα για τα μέσα που χρησιμοποιούμε. Τελικά, αυτό παρακολουθούμε στα ΜΜΕ: τις μικρές ομάδες που συγκρούονται στον σκοτεινό κόσμο των συναλλαγών και της μηχανορραφίας, με έπαθλο τη διατήρηση ή την κατάληψη της εξουσίας.

Φυσικά, σκάνδαλα υπάρχουν, πρέπει να αποκαλύπτονται και οι ένοχοι να τιμωρούνται. Ουδείς αντιλέγει. Κρίνοντας όμως από το τι συμβαίνει τους τελευταίους μήνες, τα σημαντικότερα μηνύματα που εκπέμπουν τα κόμματα έχουν να κάνουν με κάποιο σκάνδαλο και όχι με την ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία, όχι μόνο είναι πραγματική, αλλά αποτελεί ένδειξη πολιτικής υγείας. Αλίμονο αν σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο. Επιπλέον, σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, εκτός από μερικές καραμπινάτες περιπτώσεις, η τιμωρία επιβάλλεται από την κάλπη.

Κλείνοντας, κάποιοι λένε ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για συζητήσεις και επιχειρηματολογίες· αυτό που τον συναρπάζει είναι το αντίστοιχο του αίματος και του σπέρματος στην πολιτική. Τα σκάνδαλα και οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων. Κατά μία έννοια ίσως έχουν δίκιο. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι όπως ο συγγραφέας ενός βιβλίου δεν απευθύνεται μόνο αλλά κατασκευάζει ταυτόχρονα τους αναγνώστες του, έτσι και τα κόμματα διαμορφώνουν τους ψηφοφόρους τους, άρα φέρουν ευθύνη για την ποιότητά τους...

Γιώργος Γιαννουλόπουλος
efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: