2.5.09

Πρωτομαγιά ...

Της Έλενας Ακρίτα
ΧΤΕΣ ΕΙΧΑΜΕ Πρωτομαγιά αλλά εμένα δε μ΄ ένοιαζε και πάρα πολύ. Μόνο ότι είναι κλειστά τα σχολεία και γλιτώνουμε μια μέρα πρωινό ξύπνημα. Αλλά ο παππούς και η γιαγιά μου την έχουνε πολύ φίλη την Πρωτομαγιά και παίρνουνε μεγάλη χαρά. Η γιαγιά μου σηκώθηκε αξημέρωτα και φώναζε «πάμε να πιάσουμε τον Μάη, πάμε να πιάσουμε τον Μάη!». Κι εγώ βαριόμουνα να πιάσω τον Μάη και λέω «δεν μπορούμε να πιάσουμε τον Ιούνιο;» κι ο αδελφός μου με έδειρε. Δεν με έδειρε γιατί ήθελε να πιάσει τον Μάη, αλλά γιατί με δέρνει κάθε πρωί την ίδια ώρα.

Η μαμά μου ήταν πολύ κουρασμένη γιατί έχει αυτό το «σπίτι-δουλειά, σας σιχάθηκα όλους πια» και ούτε αυτή ήθελε να...

πιάσει τον Μάη. Και είπε στη γιαγιά μου «με έχει πεθάνει ο κάλος στο δάχτυλο, σέρνομαι, δεν πιάνω τίποτα». Ο μπαμπάς είπε «ναι, το προσέξαμε ότι τελευταία δεν πιάνεις τίποτα» και η μαμά τού είπε «σουτ, έχουμε και μικρά παιδιά». Και ο αδελφός μου με έδειρε.

Τότε ο παππούς άρχισε να χορεύει μέσα στο σαλόνι μαζί με το πι του και να τραγουδάει «Ο Μάιος μάς έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε, παιδιά, στην εξοχή!». Και η μαμά μου του είπε «ποιο βήμα ταχύ, πατέρα, με το πι θα τον προϋπαντήσετε;». Και ο παππούς μου είπε «μωρέ βρες μου εσύ εξοχή την σήμερον ημέρα και σου βρίσκω εγώ το βήμα ταχύ!». Και ο αδελφός μου με έδειρε.

Η γιαγιά μου είπε «ααααχ, μύρισε άνοιξη, πάρτε βαθιές ανάσες, βρε παιδιά!». Και πήραμε βαθιές ανάσες στην Κυψέλη που μένουμε. Κι εγώ είπα «το μόνο που μου μυρίζει είναι τα σκουπίδια στον δρόμο κι ο αδελφός μου, που έχει να πλυθεί τρία χρόνια». Κι ο αδελφός μου με έδειρε. Αλλά πάλι μύριζε.

Πέρσι πήγαμε να πιάσουμε τον Μάη, να μαζέψουμε λουλουδάκια και να φτιάξουμε στεφάνι. Μπήκαμε όλοι μαζί στο αυτοκίνητο στις 10 το πρωί και στρίψαμε στην Κατεχάκη. Στις 2 το μεσημέρι ήμασταν στην Κατεχάκη. Στις 4 ήμασταν στην Κατεχάκη.

Στις 5 ο μπαμπάς πλακώθηκε με έναν ταξιτζή. Στις 5.15 πλακώθηκε και η μαμά με την κυρία που είχε πίσω του ο ταξιτζής. Στις 5.30 βγήκε ο παππούς και κοπάνισε μία με το πι του σε έναν νταλικέρη. Στις 5.31 ο νταλικέρης είπε τον παππού «κωλόγερο» και ο μπαμπάς μου τον έπιασε απ΄ τα πέτα και του είπε «τον πατέρα μου λες κωλόγερο, ρε τσόγλανε;». Κι ο νταλικέρης είπε «αφού ο πατέρας σου είναι κωλόγερος, ποιον θες να πω, τον περιπτερά;». Και η γιαγιά μου είπε «την Αστυνομία, να φωνάξουμε την Αστυνομία!». Και φωνάξαμε την Αστυνομία στις 5.45.

Και τρεις ώρες μετά ήρθε ένα περιπολικό που βαριότανε πάαααρα πολύ! Και πήγανε τους μεγάλους στο Τμήμα και εμάς τα παιδιά μάς πήγε η μαμά στο σπίτι και έτσι χάσαμε την καλύτερη φάση. Και τα μεσάνυχτα γύρισε ο μπαμπάς κι όλο έλεγε «Την Πρωτομαγιά μου μέσα!» και είχε πολύ πλάκα! Στεφάνι δεν κάναμε, αλλά περάσαμε τέλεια Πρωτομαγιά στην Κατεχάκη!

ΦΕΤΟΣ ΠΗΡΑΜΕ ένα στεφάνι πολύ λυπημένο από το ανθοπωλείο. Τα λουλούδια πέθαιναν μπροστά στα μάτια μας κι εγώ έβαλα τα κλάματα κι ο αδελφός μου με έδειρε! Το κρεμάσαμε στην πόρτα, αλλά αυτό δεν ήταν στεφάνι: ο Εσταυρωμένος ήταν! Ο μπαμπάς μου είναι πάρα πολύ κομμουνιστής στις ελεύθερες ώρες του. Και μας φώναξε στο σαλόνι τον αδελφό μου κι εμένα. Ήταν πολύ σοβαρός και μας είπε: «Δεν ξέρω τι σας μαθαίνουν στα σχολεία, αλλά πρέπει να καταλάβετε ότι η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία, αλλά απεργία». Τότε η μαμά είπε «αργία-απεργία χέστηκα, εγώ τα ποδαράκια μου μπορώ να τα ξεκουράσω;». Κι ο μπαμπάς είπε «επίσης, μπορείς να μη λες αηδίες; Λοιπόν, καλά μου παιδιά, ξέρετε γιατί απεργούμε την Πρωτομαγιά;». Κι εμείς είπαμε «τσου» και ο μπαμπάς μου είπε «την Παιδεία μου μέσα!».

ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΕ:


«Γιατί την 1η Μαΐου του 1886 οργανώθηκε μια απεργία στην Αμερική, με αίτημα να μειωθούν οι ώρες εργασίας, από 10 και 12 ώρες που ήταν τότε, σε 8. Να γίνει δηλαδή το περίφημο οκτάωρο. Και ξέρετε σε ποια πόλη έγινε αυτό;». ΚΙ εμείς είπαμε «τσου». «Στο Σικάγο», είπε ο μπαμπάς. Και η γιαγιά είπε «Σικάγο γίναμε, Σικάγο». Κι ο μπαμπάς τής είπε «μαμά, άσε τα άσχετα» και η γιαγιά τού είπε «τι άσχετα, παιδί μου; Τόση εγκληματικότητα, στραβός είσαι; Δεν την βλέπεις; Δεν αρπάξανε προχτές την τσάντα της Ροδάνθης, που είχε μέσα όλη της τη σύνταξη;». Ο μπαμπάς είπε «μην μπερδεύεις τα παιδιά, άλλο Σικάγο αυτό!». Κι εγώ είπα «πόσα Σικάγα υπάρχουν;». Κι ο αδελφός μου είπε «μπαμπά, όσο μας μορφώνεις, να τρώω μια σοκοφρέτα;». Κι ο μπαμπάς είπε στη γιαγιά «ορίστε, κώλο την έκανες τη συζήτηση».

Και η γιαγιά είπε «ωραίος τρόπος να μιλάς μπροστά στα παιδιά». Κι εγώ είπα «ξέρουμε τι σημαίνει κώλος, σιγά!».

Κι ο μπαμπάς είπε «και για να επανέλθουμε στο ρημαδοθέμα μας, το Σικάγο μου μέσα, έγιναν τραγικά επεισόδια με δύο νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Και μετά κάνανε και μια παρωδία δίκης και κρεμάσανε άλλους 5 συνδικαλιστές. Αυτή είναι η βία του καπιταλιστικού συστήματος. Γι΄ αυτό πρέπει να είμαστε κατά της βίας», είπε ο μπαμπάς μου και έδωσε έναν φούσκο στον αδελφό μου γιατί έριχνε σοκοφρέτες στη μοκέτα. Κι ο αδελφός μου με έδειρε!

Κι ο μπαμπάς μου είπε «οι αγώνες συνεχίστηκαν. Και τελικά, το 1898 οι εργάτες των ορυχείων κατόρθωσαν να κερδίσουν το οκτάωρο, και το 1900 οι οικοδόμοι. Να ξέρετε ότι το οκτάωρο επισημοποιήθηκε στην Αμερική το 1938. Στην Ελλάδα, η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση έγινε το 1892». Κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου συνέχεια για να μην καταλάβει ότι σκεφτόμουνα την Μπάρμπι αστροναύτη. Κι ο αδελφός μου σκεφτότανε την Μπάρμπι γυμνή. Κι ο μπαμπάς μου χάρηκε και μας είπε «τώρα να παίξετε» και φύγαμε σφαίρα και οι δυο!

Και περάσαμε πολύ ωραία τη φετινή Πρωτομαγιά! Αλλά του χρόνου κανονίσαμε να πάμε πάλι εκδρομή στην Κατεχάκη!

Καλό μήνα, σύντροφοι!
Από τη στήλη "Αιχμές" ,
Από ΤΑ ΝΕΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: